ΥΓΕΙΑ - ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ

Τι είναι το Bossware, το λογισμικό που κατασκοπεύει τους εργαζόμενους

Με την τηλεργασία στη Covid εποχή, δόθηκε το ιδανικό πάτημα για να πέσουν οι φραγμοί: διαδόθηκαν ψηφιακά και AI εργαλεία, τα οποία μετρούν τα κλικ κάθε υπαλλήλου, έχουν πρόσβαση στα μικρόφωνα και τις κάμερες των συσκευών, ενώ εντοπίζουν το στίγμα τους στο χάρτη. Όλα αυτά, κυρίως εν αγνοία των εργαζομένων.

Με σύσσωμο τον πλανήτη κλεισμένο στους τέσσερις τοίχους και έναν απειλητικό ιό να περιφέρεται απ’ έξω, στρώθηκε ο δρόμος διεθνώς για νέες βιοπολιτικές ελέγχου και επιτήρησης, που επιβλήθηκαν με τη λογική του κατεπείγοντος, χωρίς να διευκρινίζεται εάν και πότε θα ανακληθούν.

Όσο η ζωή μεταφερόταν κομμάτι-κομμάτι στην οθόνη, οι πολίτες μεταμορφώνονταν σε χρήστες, σε IP και data, με τη μόνη διαφορά ότι η νέα πραγματικότητα δεν γνώριζε το νομικό πλαίσιο της προηγούμενης, οπότε πολλά πράγματα που πέρασαν κάτω από το ραντάρ δεν είναι ξεκάθαρο πόσο έννομα ή παράνομα είναι.

Για να του δούμε λίγο λογικά, πόσο έννομο μπορεί να είναι να έχεις περασμένη μια εφαρμογή στο εταιρικό κινητό ή υπολογιστή σου που να έχει πλήρη πρόσβαση στο μικρόφωνο ή την κάμερα, να βγάζει αφ’ εαυτού screenshots και να εντοπίζει το πού ακριβώς βρίσκεσαι, ανά πάσα ώρα και στιγμή, χωρίς εσύ –ως χρήστης– να έχεις δώσει κάποια στιγμή δικαιοδοσία για όλα αυτά;

Αυτή είναι η πραγματικότητα με την οποία βρίσκονται αντιμέτωποι δεκάδες χιλιάδες εργαζόμενοι σε Ευρώπη και Αμερική τα τελευταία δύο χρόνια, διαπιστώνοντας ότι η τηλεργασία είναι ένας διάβολος με πολλά ποδάρια: σε πολλές περιπτώσεις, η ανακοίνωση της απόλυσης, είτε μια αυστηρή σύσταση για την απόδοσή τους, ήταν ο τρόπος να μάθουν πως το μάτι του εργοδότη τους παραμένει ξάγρυπνο, στραμμένο καταπάνω τους, πιο πολύ από ποτέ.

Πώς στο καλό ήταν αυτό εφικτό, ενώ δούλευαν εξ αποστάσεως; Η απάντηση κρύβεται στον όρο Bossware. Αλλά ας τα πάρουμε από την αρχή.

 Τι είναι το Bossware

«Η άνοδος των λογισμικών επιτήρησης είναι μία από τις αθέατες πλευρές του κορονοϊού», δήλωσε πρόσφατα στην Guardian ο Andrew Pake που είναι διαχειριστικό μέλος σε ένα εργατικό σωματεία της Βρετανίας.

Μία έρευνα που διεξήχθη τον περασμένο Σεπτέμβριο για λογαριασμό του ιστότοπου Digital.com έδειξε πόσο έχει εκτροχιαστεί η κατάσταση στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού: από τους 1.250 εργοδότες στις ΗΠΑ που ερωτήθηκαν, πάνω από το 60% χρησιμοποιεί λογισμικό τύπου Bossware στους εργαζόμενους, κυρίως για να εντοπίζουν το αποτύπωμά τους στο διαδίκτυο και τις εφαρμογές. Σχεδόν όλοι προέβησαν κατόπιν σε απολύσεις.

Το Bossware, όπως φανερώνει το λογοπαίγνιο στο όνομά του, αναφέρεται γενικότερα στο λογισμικό των αφεντικών: δεν αφορά κάποιο συγκεκριμένο εργαλείο, αλλά περιλαμβάνει όλα εκείνα που κατασκευάστηκαν και προωθούνται από τις εταιρίες προγραμματισμού για τις επιθυμίες των εργοδοτών – τον έλεγχο των υπαλλήλων, την ποσοτικοποίηση της παραγωγικότητάς τους και την αξιολόγησή τους βάσει του σκορ, μέσω τεχνητής νοημοσύνης.

Μη σας κάνει εντύπωση: όπως χρησιμοποιούνται AI εργαλεία για προσλήψεις, έτσι συμβαίνει και για τις απολύσεις.

«Μερικές από τις μεγαλύτερες εταιρείες σε όλο τον κόσμο χρησιμοποιούν πια bossware», δηλώνει με βεβαιότητα το Electronic Frontier Foundation, μια διεθνής ΜΚΟ για τα δικαιώματα των πολιτών στην εποχή του Ίντερνετ.

Όπως αναφέρεται στο report που είχε εκδώσει στην αρχή της πανδημίας, αυτά τα λογισμικά γνώρισαν μεγάλη άνοδο διεθνώς μετά το 2020, αλλά βρίσκονται στη διάθεση των εργοδοτών από το 2015. Πλέον υπάρχουν πάνω από δέκα επιλογές στην αγορά, με διαφορετικές δυνατότητες και προνόμια για τις ορέξεις του κάθε επόπτη. 

Τι μπορεί να κάνει κάποιος με το Bossware

Βάσει του Δικαίου που ισχύει στις χώρες της Δύσης και στην Ελλάδα, μια τέτοιου είδους παρακολούθηση είναι νόμιμη, μόνο εφόσον ο εργαζόμενος-χρήστης δώσει τη συγκατάθεσή του, εξού και η έγκριση που ζητάνε αυτές οι εφαρμογές πριν την εγκατάσταση.

Ωστόσο, στις περισσότερες περιπτώσεις, το παραθυράκι στη διαδικασία βρέθηκε από το εξής απλό γεγονός: το λογισμικό ήταν ήδη εγκατεστημένο στον υπολογιστή που δόθηκε στον εργαζόμενο, όταν ξεκίνησε την τηλεργασία. Ο εργοδότης είχε ήδη πατήσει αποδοχή σε όλα τα κουτάκια παραχώρησης των προσωπικών δικαιωμάτων.

Τι περιλαμβάνει πρακτικά αυτό; Το μεγαλύτερο μέρος αυτών των λογισμικών φτιάχτηκε για να παρακολουθεί εξ αποστάσεως τη συσκευή: τα δεδομένα που περνάνε από το ποντίκι (άρα τα κλικ που γίνονται ανά δευτερόλεπτο), τα δεδομένα που φαίνονται στην οθόνη (άρα παρέχουν screenshots, είτε και βίντεο), όπως και τα δεδομένα που περνάνε από το πληκτρολόγιο, όπου φυσικά συγκαταλέγονται emails, μηνύματα και κωδικοί ασφαλείας.

Να αναφέρουμε ότι στα περισσότερα προϊόντα της αγοράς δεν υπάρχει επιλογή διαχωρισμού ανάμεσα σε προσωπικό και εταιρικό προφίλ εργασίας, επομένως εάν ο χρήστης δεν έχει δεύτερη συσκευή, πρακτικά παραχωρεί κάθε του στοιχείο στον εργοδότη. 

Σύμφωνα με το report της Electronic Frontier Foundation, στο λογισμικό που αφορά κινητές συσκευές περιλαμβάνεται δυνατότητα εντοπισμού τοποθεσίας μέσω GPS, ενώ υπάρχουν παραδείγματα εφαρμογών, στα οποία οι εργοδότες έχουν πρόσβαση έως και στις κάμερες και τα μικρόφωνα των εργαζομένων.

Χωρίς αυτό να γίνεται βέβαια αντιληπτό: αυτό που διαφημίζουν κατά βάση οι εταιρείες λογισμικού για να πουλήσουν τα προϊόντα τους στους εργοδότες είναι πόσο incognito θα παραμείνει η παρακολούθηση.

Λόγου χάρη η InterGuard, που συγκαταλέγεται στις πιο επιτυχημένες εταιρίες του είδους, διαλαλεί στους πελάτες της ότι το λογισμικό «μπορεί να εγκατασταθεί ήσυχα και εξ αποστάσεως, προκειμένου να διεξάγετε συγκαλυμμένη διερεύνηση και συλλογή δεδομένων, χωρίς να το καταλάβει ο ανυποψίαστος παραβάτης».

Προϋπόθεση παραμένει να έχει διαχειριστικά προνόμια ο εργοδότης στη συσκευή που χρησιμοποιεί ο εργαζόμενος.

Πρακτικά, λοιπόν επαφίεται στην ηθική του εργοδότη να ενημερώσει τον υπάλληλο για τις μεθόδους παρακολούθησης που εφαρμόζει – αλλά ποιος κατάσκοπος θα αποκάλυπτε τα μυστικά του;

πηγη https://www.oneman.gr/