PEOPLE

Λευτέρης Οικονόμου: Η τεχνολογία χρειάζεται αρίστους, όχι κόμματα

Δεν κατάγεται από την Κρήτη, όμως έλαβε το βραβείο «Ηθικής Τάξεως» που απονέμει ο Δήμος Ηρακλείου αποκλειστικά σε προσωπικότητες από το νησί, καθώς ηγήθηκε ενός εγχειρήματος που δεν επαναλήφθηκε αλλού. Ο λόγος για τον Λευτέρη Οικονόμου, τον «πρωτομάστορα» του Ιδρύματος Τεχνολογίας και Ερευνας (ΙΤΕ). Ως διευθυντής και πρόεδρος του Δ.Σ. του Ιδρύματος κατά τα 21 πρώτα του χρόνια (1983-2004), του έδωσε τον χαρακτήρα αυτού που είναι σήμερα: ένα κορυφαίο ευρωπαϊκό ερευνητικό κέντρο. 

Ο ίδιος, με διεθνή καριέρα και πλούσιο ερευνητικό και συγγραφικό έργο, από τους πρωτεργάτες του Πανεπιστημίου Κρήτης, εμπνευσμένος δάσκαλος –στα 80 του, σήμερα, ακόμη διδάσκει, αφιλοκερδώς, στο τμήμα Φυσικής– περιγράφει με σεμνότητα εκείνη την περίοδο: «Στην Κρήτη δεν ήρθα μόνος, αλλά με μια ομάδα ανθρώπων που είχαμε εμπειρία τόσο από ελληνικά όσο και από ξένα πανεπιστήμια, τον Διονύση Τσιχριτζή, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Τορόντο και στο ΕΜΠ, τον Παναγιώτη Λαμπρόπουλο από το Πανεπιστήμιο της Νότιας Καλιφόρνιας, τον διαπρεπή Φώτη Καφάτο, καθηγητή στο ΕΚΠΑ και στο Χάρβαρντ. Η διαφορά μου έναντι των άλλων, που διατήρησαν τις θέσεις στους σε Ελλάδα και εξωτερικό, ήταν ότι εγώ εγκατέλειψα ΗΠΑ και ΕΚΠΑ και έμεινα αποκλειστικά στην Κρήτη, να αντιμετωπίζω όλες τις δυσκολίες, τον φθόνο, τα γραφειοκρατικά και άλλα εμπόδια που μπαίνουν συνεχώς μπροστά σε ό,τι άξιο επιχειρεί να κάνει κάποιος στην Ελλάδα. Η εμπειρία λέει ότι αν δεν είσαι συνεχώς εκεί, να υποστηρίζεις ακατάπαυστα το νέο δημιούργημα, τελικά αυτό δύσκολα επιβιώνει».

Είχε προηγηθεί μια σημαντική διαδρομή, ένα καίριο κομμάτι από την προσωπική του περιπέτεια στην κατανόηση του κόσμου: ΕΜΠ, από όπου αποφοίτησε ως μηχανικός, στροφή στη Φυσική και διδακτορικό στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου, πρωτοπόρος στα επιφανειακά πλασμόνια, που αξιοποιήθηκαν αργότερα στα χέρια των νανοτεχνολόγων, τακτικός καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Βιρτζίνια, έκδοση του «Green’s functions in Quantum Physics» με χιλιάδες αναφορές, μεταξύ των 40 πλέον επιτυχημένων βιβλίων του γερμανικού οίκου Springer-Verlag από το 1842. Επιστροφή στην Ελλάδα, «για λόγους καθαρά συναισθηματικούς, όχι ορθολογιστικούς», καθηγητής στο τμήμα Φυσικής του ΕΚΠΑ, «ένα μεγάλο παλιό Ιδρυμα που πολύ δύσκολα μπορούσε να αλλάξει», επάνοδος για ένα χρόνο στις ΗΠΑ, παροτρύνσεις για μετακίνηση στην Κρήτη, «σε ένα νέο Ιδρυμα, σχετικά παρθένο, όπου το τραπέζι είναι καθαρό, το στρώνεις όπως θέλεις, μου είπαν· δεν ήταν τελείως καθαρό, αλλά ήταν προσαρμόσιμο, με ένα καλύτερο νομικό καθεστώς όσον αφορά το καθηγητικό προσωπικό».

Η ίδρυση

Το ΙΤΕ ιδρύθηκε στην αρχή ως Ερευνητικό Κέντρο Κρήτης (ΕΚΕΚ) επί υπουργίας Γιώργου Λιάνη, «ο οποίος είχε μεγάλη εμπειρία ως καθηγητής στις ΗΠΑ και στο ΑΠΘ, και είχε οραματιστεί τη δημιουργία ανεξάρτητων ερευνητικών κέντρων εντός των πανεπιστημίων. Ετσι έτεινε ευήκοα ώτα όταν του προτείναμε την ίδρυση του ΕΚΕΚ. Η σχέση του Κέντρου με το Πανεπιστήμιο Κρήτης ήταν μοναδική. Πρόεδρος της διοικούσας επιτροπής είχε οριστεί ο Γρηγόρης Σηφάκης, καθηγητής στο ΑΠΘ και στη συνέχεια στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης». 

 

«Εγιναν θαύματα»

«Είχαμε στενότατη καθημερινή συνεργασία, κάτι απίστευτα αποδοτικό. Αυτό που χαρακτηρίζει σήμερα το Πανεπιστήμιο Κρήτης συνετελέσθη σε μία τετραετία (1983-1986), επί προεδρίας Σηφάκη. Θα μπορούσα να πω ότι έγιναν θαύματα: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Αστεροσκοπείο Σκίνακα, στελέχωση του πανεπιστημίου με ικανότατους ανθρώπους, κατασκευή των κτιρίων σε χρόνο ρεκόρ. Η ένταξη της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ενωση έδωσε τη δυνατότητα άντλησης κονδυλίων κατευθείαν από την Ε.Ε. Την αξιοποιήσαμε ευρύτατα και γίναμε παράδειγμα προς μίμηση για όλες τις καλές ομάδες στα ελληνικά ιδρύματα. 

»Βασική αρχή λειτουργίας μας, η προσήλωση στην ποιότητα, η αξιοκρατία, η ενεργή προσέλκυση ανθρώπων. Σύνθημά μας ήταν το “άνδρες γαρ πόλις και ου τείχη”, οι άνθρωποι αποτελούν την πολιτεία και όχι τα τείχη. Ακολούθησε ο βίαιος εκδημοκρατισμός των πανεπιστημίων, ο οποίος εξίσωσε αρίστους και μετρίους, αλλά δεν άγγιξε το ΙΤΕ χάρη στον τότε αρμόδιο υπουργό Αναστάση Πεπονή και τον Ανδρέα Παπανδρέου. Σε εκείνη τη φάση το ΕΚΕΚ έγινε ΙΤΕ, ανεξαρτητοποιήθηκε πλήρως από το πανεπιστήμιο και συνενώθηκε με ερευνητικά κέντρα σε Πάτρα, Θεσσαλονίκη και αργότερα Ιωάννινα. ΙΤΕ, θα μπορούσε να διαβαστεί και ως ίτε, δηλαδή ελάτε, μια προτροπή προς το μέλλον».

Ο κ. Οικονόμου τάχθηκε σαφώς κατά της πολιτικοποίησης στα πανεπιστήμια. «Δεν αφήσαμε τα κόμματα να επηρεάσουν τις αποφάσεις μας, δεν αποδεχόμαστε τις καταλήψεις, τις θεωρούμε μια πράξη βίας που δεν συνάδει με τον αγώνα για γνώση, και έχει ένα κόστος που το πληρώνουν οι φοιτητές – εκτός από τους λίγους που θα γίνουν υπουργοί ή κομματικά στελέχη επειδή έκαναν φασαρία… Πράγματα θλιβερά για μια χώρα που θα έπρεπε να αξιοποιεί στο μέγιστο τις ικανότητες των ανθρώπων της».

Για τον κ. Οικονόμου, πολιτική και επιστήμη δύσκολα συμβαδίζουν. «Ο πολιτικός έχει βραχυχρόνιο ορίζοντα μπροστά του, τις επόμενες εκλογές και την επιθυμία για ψήφους. Η επιστήμη αντίθετα είναι μακροχρόνια δραστηριότητα και δεν έχει ανάγκη από καμία ψήφο. Από την άλλη ο πολιτικός μιας φιλόδοξης χώρας, όπως π.χ. η Τουρκία, αντιλαμβάνεται ότι επιστήμη σημαίνει και τεχνολογία, και τεχνολογία σημαίνει δύναμη. Ομως η ανάπτυξη της επιστήμης χρειάζεται σταθερή πολιτική και αξιολόγηση των ανθρώπων. 

 

»Στην Ελλάδα δεν γίνεται ούτε το ένα ούτε το άλλο, οι διακυμάνσεις είναι μεγάλες, παρότι η κατάσταση τελευταία έχει βελτιωθεί. Η Ελλάδα, μια μικρή χώρα, απειλούμενη από μια μεγαλύτερη, σε έναν κόσμο ασταθή, θα έπρεπε να εφαρμόζει μια μακρόπνοη συνεπή πολιτική, επώδυνη ωστόσο για τον πολιτικό και την κοινωνία, που πιστεύει βάσιμα ότι η κοινωνική ανέλιξη επιτυγχάνεται με χαρτί πανεπιστημίου, ακόμη κι αν αυτό οδηγεί στην ανεργία. Οι κοινωνίες αλλάζουν αντιλήψεις πολύ δύσκολα».

 Η πανδημία, η επιστήμη και η θρησκεία

Το φαινόμενο καχυποψίας προς την επιστήμη, με αφορμή την πανδημία, λυπεί αλλά δεν εκπλήσσει τον κ. Οικονόμου. 

«Οσο λιγότερα γνωρίζει κάποιος τόσο πιο σίγουρος είναι γι’ αυτά που πιστεύει. Επιπλέον, η αμφισβήτηση έχει πολιτικοποιηθεί, όπως στις ΗΠΑ. Στην Ελλάδα, απλά αγγίζει τις χορδές του Ελληνα, ο οποίος θέλει να είναι και λίγο επαναστάτης, να μη συμφωνεί με αυτά που λέει η εξουσία». 

Στην ερώτηση εάν ο μέσος πολίτης πιστεύει στην επιστήμη, απαντά: «Πιστεύει στην ιατρική όταν αρρωστήσει. Πουλάει και το τελευταίο του χωράφι προκειμένου να πληρώσει τον καλύτερο γιατρό για να θεραπευθεί. Αλλά τις άλλες επιστήμες δεν τις κατανοεί. Το εκπαιδευτικό σύστημα δεν του έμαθε πόσο εύκολο είναι να νομίζεις ότι έχεις δίκιο ενώ έχεις άδικο, να αναζητάς την αλήθεια, να έχεις τις αμφιβολίες σου, δηλαδή όλα όσα κάνουν την επιστήμη επιτυχή. Δεν έχουν σφαχτεί ποτέ οι άνθρωποι για την επιστήμη, για τη θρησκεία έχουν σφαχτεί πολλοί. Στον μέσο άνθρωπο η πίστη είναι πιο ισχυρή από την επιστήμη. Επιπλέον, αυτός ταυτίζει την επιστήμη με την τεχνολογία – η επιστήμη είναι να καταλάβεις πώς λειτουργεί ο κόσμος, η τεχνολογία να κάνεις πράξη όσα κατανόησες. Εχει μια σχέση αγάπης και μίσους με την τεχνολογία. Του λύνει πολλά προβλήματα, αλλά προχωράει πολύ γρήγορα και τον αφήνει πίσω».

Η πανδημία, κατά τον κ. Οικονόμου, δεν θα ενισχύσει τη φυγή των νέων υψηλού μορφωτικού επιπέδου στο εξωτερικό, που κορυφώθηκε κατά την οικονομική κρίση. Θεωρεί μεγάλο πρόβλημα τη διαρροή εγκεφάλων και μικρές τις πιθανότητες επιστροφής τους, εξαιτίας της αποκατάστασης στο εξωτερικό, των χαμηλών μισθών στην Ελλάδα, «της αναξιοκρατίας, όπου μετέχουν και οι πολιτικοί στη συνεχή προσπάθειά τους προς άγραν ψήφων».

Διδάσκει ακόμη

Συνεχίζει πάντως να διδάσκει με θέρμη, να μυεί τους φοιτητές σε όλους τους τομείς της φυσικής (το βιβλίο του «Από τα κουάρκ στο Σύμπαν», που εξηγεί τις δομές του κόσμου, από τις πιο μικρές μέχρι τις πιο μεγάλες, γράφτηκε για τις ανάγκες αυτού του μαθήματος). 

Από την επιστήμη αντλεί την ικανοποίηση της κατανόησης, του ότι από λίγα πράγματα μπορείς να εξάγεις συμπεράσματα για εκατομμύρια άλλα.

«Την ικανοποίηση της σπουδαίας ανακάλυψης αισθάνονται πολύ λίγοι». Οταν ολοκλήρωσε την πρωτοποριακή εργασία του για τα επιφανειακά πλασμόνια, ηλεκτρικά κύματα που διαδίδονται στην επιφάνεια ενός μετάλλου με πολύ μικρό μήκος κύματος, «δεν φανταζόμουν πόσο χρήσιμα θα ήταν 30 χρόνια αργότερα στη νανοτεχνολογία. Το ίδιο συνέβη με την επινόηση των φωτονικών και φωνονικών κρυστάλλων, που ρυθμίζουν τη ροή των ηλεκτρομαγνητικών και ηχητικών κυμάτων, ή με τις ανακαλύψεις για τα μεταϋλικά, τεχνητά υλικά με ιδιότητες που δεν έχει κανένα από τα συστατικά τους. 

«Την πιο μεγάλη δικαίωση μου προσφέρουν η συνολική κατανόηση των πεδίων της φυσικής, κάτι καθόλου συνηθισμένο, υπάρχει μεγάλη εξειδίκευση, και η μετάδοση αυτής της εμπειρίας με τη διδασκαλία».